Κάντε μας Like στο Facebook

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Τα 10 καλύτερα «βρώμικα» του κόσμου


Συστατικό στοιχείο της φυσιογνωμίας κάθε χώρας είναι η «λιχουδιά του δρόμου».
Σε κάθε χώρα θα βρείτε σίγουρα, ένα είδος φαγητού που πωλείται από συμπαθείς κυρίους και κυρίες με κινητούς πάγκους σε υπαίθριους χώρους… 





Ποιά είναι όμως, τα 10 πιο ιδιαίτερα και χαρακτηριστικά «βρώμικα» στον κόσμο;

Στην Ελλάδα βέβαια, τον αντίστοιχο ρόλο παίζουν οι καντίνες με τα σάντουιτς, τα hot dog και τις κρέπες. Ωστόσο, δε θα μπορούσε να κατοχυρωθεί ως αμιγώς ελληνική «πατέντα» αφού υπάρχουν εδέσματα απόλυτα δεμένα και συνυφασμένα με τις χώρες παραγωγής τους, που κάθε επισκέπτης που σέβεται τον εαυτό του δεν πρέπει να ξεχάσει να δοκιμάσει… Η Guardian επέλεξε τα καλύτερα 10.

Currywurst, Γερμανία


Το Currywurst μεταμορφώνει κυριολεκτικά το λουκάνικο που είναι κομμένο και περιλουσμένο με πικάντικη σάλτσα ντομάτας με curry. Μερικοί το προτιμούν με σάλτσα ινδικών καρυκευμάτων. Άλλοι πάλι περιορίζονται στο κλασικό καυτερό τσίλι. Από κει και πέρα υπάρχει η επιλογή των chips, του λευκού ψωμιού ή του ρολού ολικής άλεσης για συνοδεία…

Το 1949, με το Βερολίνο ακόμα στα συντρίμμια, μια γυναίκα που λεγόταν Herta Heuwer βρέθηκε να έχει στα χέρια της μια αγγλική σκόνη curry, την οποία πρόσθεσε σε σάλτσα ντομάτας και με αυτήν περιέλουσε ένα κομμένο λουκάνικο. Ο πάγκος της έγινε σύντομα πολύ δημοφιλής ανάμεσα στους εργάτες και ειδικά στους οικοδόμους.

Mohinga, Βιρμανία


Αυτή η ανακουφιστική σούπα με noodles «διδάσκει» τις γήινες γεύσεις της κουζίνας της χώρας. Είναι ζωμός ψαριού που «δένει» με σκόνη ρυζιού ή φασολιών και συνήθως περιέχει συνδυασμό από κρεμμύδι, τραγανό φαγώσιμο φλοιό από τον πυρήνα του δέντρου της μπανάνας, λεπτά στρογγυλά noodles ρυζιού και ψιλοκομμένο κόλιανδρο.

Το Mohinga φτιάχνεται σχεδόν αποκλειστικά με ντόπια υλικά, κάτι που ενισχύει τον «ιθαγενή» χαρακτήρα του συγκεκριμένου φαγητού. Τα περισσότερα πιάτα με noodles της νοτιοανατολικής Ασίας έχουν ιστορία που κρατάει από την Κίνα.

Το Mohinga πωλείται σε σχεδόν όλες τις βιρμανικές πόλεις, συνήθως από ανοιχτά καλάθια στο δρόμο ή έστω από εστιατόρια που έχουν ανοιχτό το μπροστινό τους μέρος και σερβίρουν επί τόπου. Τους πωλητές Mohinga θα τους συναντήσετε κυρίως το πρωί. Η παραγγελία είναι απλή, δεδομένου ότι το μόνο που μπορείτε να προσθαφαιρέσετε από υλικά είναι το akyaw (τραγανά κομματάκια φακής ή λαχανικών). Ο πηχτός ζωμός εμπεριέχει κομμάτια φρέσκου ψαριού, σε μια κίτρινο-πορτοκαλί απόχρωση και μια λεπτή γεύση λεμονόχορτου.

Banh mi, Βιετνάμ


Ένα μυστικό που κρατιέται ακόμη… κρυφό από τους περισσότερους, είναι ότι το καλύτερο σάντουιτς του κόσμου δε το βρίσκει κανείς στη Ρώμη, στην Κοπεγχάγη ή ακόμα και στη Νέα Υόρκη, αλλά στους δρόμους του Βιετνάμ. Η βάση του είναι η μαλακή μπαγκέτα, που καψαλίζεται πάνω στα κάρβουνα. Μετά από μια δόση μαγιονέζας κι έναν σβώλο πατέ, το τραγανό «κέλυφος» γεμίζει με κρέας, τραγανά λαχανικά τουρσί και φρέσκα βότανα. Για το τέλος, προσθέτουν λίγες σταγόνες από σάλτσα σόγιας και λίγο τσίλι.

Το Banh mi είναι η επιτομή του «φαγητού δρόμου»: πωλείται σχεδόν μονοπωλιακά σε υπαίθριους πάγκους. Αν θες να κάτσεις, υπάρχουν μονάχα μικρά πλαστικά σκαμνάκια, ενώ συνήθως το παίρνεις «στο χέρι», τυλιγμένο σε ανακυκλωμένο χαρτί. Πατέ; Κεφτεδάκια ή χοιρινό στη σχάρα; Τσίλι; Μαγιονέζα; Είναι στην κρίση του καλοφαγά τι απ’ όλα ή όλα θα επιλέξει.

Daulat ki chaat, Δελχί, Ινδία


Αυτό το γλυκό «κέρασμα» είναι ελαφρύ και γευστικό και φτιάχνεται από ζαχαρούχο γάλα χτυπημένο με κρόκο αυγού, που του δίνει μια πορτοκαλό-λευκη απόχρωση. Αν και ουσιαστικά μοιάζει με αφρό, έχει μοναδική γεύση και είναι πολύ δημοφιλές στο παλιό Δελχί το χειμώνα.

Η πρώτη επαφή με τη γεύση του έχει μια αίσθηση βουτύρου, στη συνέχεια η γλώσσα αντιλαμβάνεται τη λεπτή γεύση του κρόκου, που ακολουθείται από τα φυστίκια, την ανεπεξέργαστη ζάχαρη και το αποβουτυρωμένο γάλα στην «κορυφή».

Θα το βρει κανείς στα θορυβώδη παζάρια και στις αγορές, «χύμα». Λόγω του ότι το daulat ki chaat θα κατέρρεε σε υψηλές θερμοκρασίες, ετοιμάζεται συνήθως τους πιο κρύους μήνες του χρόνου.

Phat Kaphrao, Ταϊλάνδη


Το Phat kaphrao μπορεί να μην απολαμβάνει της αναγνωρισιμότητας ενός pad Thai, ωστόσο τούτη η πικάντικη, βοτανική, τσιγαριστή σαρκώδης λιχουδιά είναι το φαγητό – πρωταγωνιστής του δρόμου για τους περισσότερους Ταϊλανδούς. Kaphrao σημαίνει ιερός βασιλικός, το απαραίτητο δηλαδή συστατικό, που δίνει χαρακτήρα σε αυτό το τσιγαριστό πιάτο.
Τα φύλλα τηγανίζονται μαζί με κιμά χοιρινού, κοτόπουλο ή θαλασσινά, με ψιλοκομμένο σκόρδο, τσίλι και κάποιες φορές ψιλοκομμένα πράσινα φασόλια. Το πιάτο ολοκληρώνεται με σάλτσα ψαριού και μια δόση ζάχαρης, ενώ σερβίρεται πάνω σε ρύζι έχοντας στην κορυφή ένα ολόκληρο τηγανιτό αυγό!


Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα street foods της Ταϊλάνδης, δεν υπάρχουν γενικά πωλητές που να ειδικεύονται στο phat kaphrao. Το πιάτο βρίσκεται κυρίως σε καροτσάκια, πάγκους και εστιατόρια, που ετοιμάζουν διάφορα πιάτα και είναι διακριτά από τους δίσκους ή τις θήκες που έχουν με τα ωμά συστατικά. Το Phat kaphrao σερβίρεται πάντα σε μικρό μπολ με ψιλοκομμένο τσίλι, σάλτσα ψαριού ή ακόμα και με λίγο χυμό lime…

Burek, Βοσνία Ερζεγοβίνη


Τραγανό αν και υγρό, τρυφερό αν και βαριά καρυκευμένο, το burek δεν είναι ΕΝΑ αλλά ΤΟ βαλκανικό έδεσμα. Φύλλο κρούστας γεμίζεται με κιμά με μυρωδικά, σπανάκι ή τυρί και βότανα, μετά τυλίγεται, καλύπτεται με βούτυρο ή ελαιόλαδο και ψήνεται μέχρι να πάρει χρυσαφί χρώμα. Τρώγεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας: για πρωινό μαζί με μαύρο τσάι ή για βραδινό μετά από ένα κουραστικό απόγευμα.

Το Burek έχει τις ρίζες του στην τουρκοκρατία, όταν και ονομαζόταν börek, από το τουρκικό burmak (να στρίβεις). Μολονότι τρώγεται ζεστό και κρύο, το καλύτερο είναι να το φάτε κατευθείαν όπως βγαίνει από το φούρνο. Η κρούστα θα θρυμματίζεται στο εξωτερικό μέρος, αλλά μέσα είναι τρυφερή με τη συνοχή που έχουν τα καλομαγειρεμένα ζυμαρικά. Στη Βοσνία μαγειρεύεται σε μεγάλα στρογγυλά ταψιά. Διαλέξτε το είδος που σας κάνει κέφι και ο φούρναρης θα σας το κόψει με κόφτη για πίτσα και θα σας το τυλίξει σε λαδόκολλα.

Sfenj, Μαρόκο


Ό,τι είναι τα κρουασάν για τους Γάλλους, το ίδιο είναι το sfenj για τους Μαροκινούς. Είναι μοναδικά σπογγοειδή, καλοτηγανισμένα κομμάτια κολλώδους ζύμης με μαγιά (ντόνατς), χωρίς καθόλου γάλα ή βούτυρο. Τρώγονται σαν πρωινό έδεσμα, αλλά και αργά το απόγευμα.

Πιστεύεται ότι πρωτοεισήχθησαν από τους Άραβες τον 18ο αιώνα. Τα sfenj πωλούνταν αρχικά από υπαίθριους πάγκους που έδιναν ψητό κεφάλι αρνιού (κλασικό πρωινό έδεσμα για τους μαροκινούς) στις ανοιχτές αγορές.

Τα sfenj είναι αναμφισβήτητα μια ενεργειακή ώθηση πρώτης τάξεως. Πρέπει να παραγγέλνονται πάντα φρέσκα –έτσι θα παρακολουθήσετε ζωντανά την ετοιμασία τους. Είναι δε από τις λιχουδιές που μπορεί να παιδευτεί κανείς λίγο για να τις βρει σε αξιόλογη μορφή. Η καταβρόχθιση τους ωστόσο, θα σας αποζημιώσει: κατά το γνωστό «ρητό», ένα δεν είναι ποτέ αρκετό.

Walkie-talkies, Νότια Αφρική


Walkie-talkies λέγονται τα πόδια (walkies) και τα κεφάλια (talkies) του κοτόπουλου. Βράζονται μαζί για να μαλακώσουν τα μέρη που δεν μασιούνται κι έπειτα τα κομμάτια ετοιμάζονται και μαγειρεύονται κατά το δοκούν.


Την περίοδο του απαρτχάιντ, οι πλούσιοι αγρότες προτιμούσαν τις πιο «κρεατώδεις» πλευρές του κοτόπουλου. Τα απομεινάρια –όπως ήταν τα πόδια και τα κεφάλια– τα άφηναν για τους εργάτες και για τον κόσμο των περιφερειακών φτωχουπόλεων. Έτσι γεννηθηκε το walkie-talkie.

Κάποια walkie-talkies βράζονται, με τη χρήση αλατιού και καρυκευμάτων, άλλα γίνονται ζωμός με κρεμμύδια, πράσινες πιπεριές και ντομάτες, ενώ τελευταία κάποιοι έχουν αρχίσει και τα τρώνε και ψητά.

Tamales, Μεξικό


Ευδαιμονία του πρωινού ή σνακ του απόβραδου, αυτά τα φτιαγμένα στον ατμό, επιστρωμένα με φλοιό καλαμποκιού εδέσματα είναι απόλαυση, σε γλυκάλμυρη, πικάντικη ή ήπια εκδοχή. Η γέμιση είναι από χοιρινό ή κοτόπουλο, μαζί με τσίλι και τυρί. Το «πακέτο» τυλίγεται σε φλοιό καλαμποκιού ή φύλλο μπανάνας και μπαίνει στον ατμό μέχρι να είναι αρκετά μαλακό.

Τα βρίσκεις παντού σε Κεντρική και Λατινική Αμερική, καθώς η σκούφια των tamales κρατάει από Αζτέκους, Μάγια και Ίνκας.

Πρόκειται για σνακ που απευθύνονται και στον πλέον προσεκτικό γαστρονόμο, καθώς το πολύ «άχνισμά» τους δημιουργεί μια απόλυτα ασφαλή μπουκιά. Η γέμιση είναι ελάχιστη σε σχέση με τη ζύμη την ίδια, η οποία είναι αραβοσιτένια και με μια υφή που σε προκαλεί να την καταβροχθίσεις.

Red red, Γκάνα

Ζεστό, γλυκό και πικάντικο, το red red παντρεύει τα φασόλια με τηγανητή μπανάνα. Τα κρεμμύδια και το κόκκινο τσίλι τηγανίζονται μέσα στο zomi (λάδι ερυθρού φοίνικα) και προστίθενται στα μαυρομάτικα φασόλια. Οι τηγανιτές μπανάνες ψιλοκομμένες, αλατισμένες και καλά τηγανισμένες, συνοδεύουν τα φασόλια.

Τα φασόλια είναι φτηνή πρωτεΐνη, κάτι που καθιστά το red red το πιο οικονομικό εθνικό φαγητό στην Γκάνα.

Ο φυσικός οικότοπος του red red είναι οι καλύβες για φαγητό και οι πάγκοι στο δρόμο. Αν περιμένετε κοντά σε άλλους έτοιμους να δειπνήσουν, σίγουρα θα ακούσετε μια πρόσκληση κάποιου που θα προσφερθεί να μοιραστεί το φαγητό του μαζί σας. Το red red είναι ζεστό και το λάδι ακόμη καυτό όταν σερβίρεται, πολλές φορές πάνω σε αποξηραμένο φύλλο μπανανιάς. Τα φασόλια είναι μαλακά και αλατισμένα και οι μπανάνες μαλακές και γλυκές με τραγανές άκρες.



onairnews.blogspot.gr